ΑΡΧΑΙΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΑΡΧΟΝΤΙΚΟΥ | Πέλλα | Μακεδονία | Golden Greece
ΑΡΧΑΙΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΑΡΧΟΝΤΙΚΟΥ | Πέλλα | Μακεδονία | Golden Greece
ΑΡΧΑΙΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΑΡΧΟΝΤΙΚΟΥ | Πέλλα | Μακεδονία | Golden Greece
ΑΡΧΑΙΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΑΡΧΟΝΤΙΚΟΥ | Πέλλα | Μακεδονία | Golden Greece
ΑΡΧΑΙΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΑΡΧΟΝΤΙΚΟΥ | Πέλλα | Μακεδονία | Golden Greece
ΑΡΧΑΙΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΑΡΧΟΝΤΙΚΟΥ | Πέλλα | Μακεδονία | Golden Greece
ΑΡΧΑΙΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΑΡΧΟΝΤΙΚΟΥ | Πέλλα | Μακεδονία | Golden Greece

Πέλλα

ΑΡΧΑΙΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΑΡΧΟΝΤΙΚΟΥ

Ο οικισμός του Αρχοντικού βρίσκεται σε απόσταση πέντε χιλιομέτρων από την Πέλλα και δέκα χιλιομέτρων από τον Αξιό.

Στην περιοχή του Αρχοντικού Πέλλας, ανασκάπτεται ακόμα και σήμερα ο σημαντικότερος οικισμός της Πελλαίας χώρας, ο οποίος κατά τα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια ανήκε στην Πέλλα, πρωτεύουσα του μακεδονικού κράτους και στη συνέχεια στη ρωμαϊκή αποικία της Πέλλας.

Η κατοίκηση στην περιοχή είχε ξεκινήσει από τους προϊστορικούς χρόνους αρχαιότερη νεολιθική περίοδο (6η χιλιετία π. Χ. ) και συνεχίστηκε μέχρι και τα υστεροβυζαντινά χρόνια (14ος αιώνας μ. Χ.). Δεν είναι γνωστό ακόμη το όνομα του αρχαίου οικισμού στη θέση όπου σήμερα βρίσκεται το Αρχοντικό της Πέλλας. Οι αρχαιολόγοι υποθέτουν (καθώς δεν έχει εντοπισθεί ακόμη επιγραφή που να οδηγεί στην ταυτοποίησή της) ότι πρόκειται για την αρχαία πόλη Τύρισσα, την πόλη του τυριού.

Η συστηματική ανασκαφή ξεκίνησε το 1992 και αποκάλυψε ένα Ταφικό Ηρώο, μια προϊστορική Τούμπα και τράπεζα καθώς και το νεκροταφείο του αρχαίου οικισμού. Η συνολική έκταση του οικισμού μαζί με το νεκροταφείο είναι περίπου 200 στρέμματα.

Το Ταφικό Ηρώο με διάμετρο 50 μ. και περίμετρο 160 μ. στο οποίο δεν ανευρέθη ταφή αποτελείται από κυκλική κρηπίδα ύψους 5 μ. η οποία περιβάλλει τον τύμβο, ο οποίος επρόκειτο να καλύψει μνημειακό μακεδονικό τάφο.

Όμως, αν και ετοιμάστηκε ο χώρος του τάφου, αυτός τελικά δεν κατασκευάστηκε, πιθανόν εξ αιτίας πολιτικής αναταραχής. Το Ταφικό Ηρώο χρονολογείται στον 3ο αιώνα π.Χ. 

Το νεκροταφείο του οικισμού έχει έκταση περίπου 60 στρεμμ. από την οποία έχει μέχρι στιγμής ερευνηθεί μόλις το 10% αποδίδοντας όμως εκπληκτικά ευρήματα.

Χρήση του νεκροταφείου διαπιστώνεται κατά τις περιόδους του σιδήρου, την αρχαϊκή, την κλασική και την πρώιμη ελληνιστική εποχή, ενώ βάσει των μέχρι στιγμής ευρημάτων οι αρχαιολόγοι τοποθετούν τη δημογραφική ακμή του οικισμού κυρίως στα αρχαϊκά χρόνια.

Η ανασκαφική σκαπάνη έφερε στο φως τάφους πολεμιστών των αρχαϊκών χρόνων, οι οποίοι είναι κτερισμένοι με χρυσά, σιδερένια και χάλκινα όπλα και στολίδια (μάσκες πολεμιστών, κράνη, ελάσματα) ενώ εντυπωσιακά είναι τα κοσμήματα στις γυναικείες ταφές.

Τα ευρήματα πιστοποιούν την ευημερούσα κοινωνία του Αρχοντικού, αλλά και τον ηρωικό χαρακτήρα και τον ηγετικό ρόλο ορισμένων οικογενειών της στρατιωτικής αριστοκρατίας οι οποίες καθώς φαίνεται ασκούσαν έλεγχο και ρύθμιζαν την ανταλλαγή των αγαθών. Οι εξέχουσες δέσποινες του οικισμού ήταν ενταφιασμένες με τη στολή του γάμου, συνοδευόμενες, εκτός των άλλων κτερισμάτων, με χρυσά, ασημένια, χάλκινα και σιδερένια κοσμήματα.

Oι νεκροί που ανήκαν στις ίδιες κοινωνικές ομάδες ενταφιάζονταν κατά οικογενειακές συστάδες- πατριές και γένη- επιβεβαιώνοντας την ύπαρξη «κοινωνικών» και «οικονομικών» διακρίσεων πριν από 25 και πλέον αιώνες. Οι περισσότερες συστάδες τάφων περιλαμβάνουν, εκτός από τις αρχαϊκές ταφές (580-480 π.Χ.), ταφές της ύστερης εποχής του σιδήρου (δεύτερο μισό του 7ου- αρχές του 6ου αιώνα π.Χ.) αλλά και των κλασικών και πρώιμων ελληνιστικών χρόνων (480-279 π.Χ.).

Με βάση τα ως τώρα δεδομένα από τις ανασκαφές, οι ερευνητές αρχαιολόγοι συμπεραίνουν ότι η προέλαση των Μακεδόνων ως τον Αξιό είχε συντελεστεί πολύ παλαιότερα και όχι μετά τους Περσικούς Πολέμους, όπως υποστηριζόταν ως πρόσφατα. Σύμφωνα μάλιστα με τον Θουκυδίδη, οι Μακεδόνες επεκτάθηκαν αρχικώς στην πεδινή Πιερία και στη συνέχεια (μετά τα μέσα του 7ου αι. π.Χ.) στη Βοττιαία, τη χώρα των Βουκόλων, δηλαδή την πεδιάδα ανάμεσα στους ποταμούς Αλιάκμονα και Αξιό.

Από τα αρχαιολογικά ευρήματα διαπιστώθηκε ότι υπήρχε τελετουργικό ταφής το οποίο φανερώνει κοινωνική οργάνωση, συνοχή και διαστρωμάτωση. Το είδος και η ποιότητα των κτερισμάτων αποδεικνύουν τις οικονομικές δυνατότητες και την κοινωνική θέση των νεκρών, προς τους οποίους εκφράζεται μεγάλος σεβασμός. Οι ένοπλες ταφές φανερώνουν διαφοροποιήσεις της αρχαϊκής ανδρικής κοινωνίας του Αρχοντικού, ενώ οι νεκροί ήταν τοποθετημένοι σε ξύλινες σαρκοφάγους.

Ανάμεσα στους τάφους των πολεμιστών, μερικοί εντυπωσιάζουν με τον πλούτο και τα σύμβολα υπεροχής τους, την τεχνολογία του οπλισμού τους, το είδος και την ποιότητα των κτερισμάτων, εξαιρετικά παραδείγματα τάφων της αρχαϊκής περιόδου στο μακεδονικό χώρο. Τα όπλα, τα κοσμήματα και τα υπόλοιπα κτερίσματα συνιστούν τεκμήρια υψηλού βιοτικού επιπέδου και προσωπικού-κοινωνικού κύρους, υπογραμμίζοντας τον πλούτο, τον ηρωικό χαρακτήρα και τον ηγετικό ρόλο ορισμένων οικογενειών, δύο αιώνες πριν από την εποχή του Φιλίππου Β' και του Αλεξάνδρου Γ'. 

Οι νεκροί ενταφιάζονταν σε όλες τις περιόδους λειτουργίας του νεκροταφείου κατά οικογενειακές συστάδες και γένη, ενώ σε ορισμένες συστάδες αποκαλύφθηκαν πλούσια κτερισμένοι τάφοι, που ορίζονται με διαδρόμους και εξυπηρετούνται από ενδιάμεσους δρόμους.

Από τις ανδρικές ταφές, που οι διαφοροποιήσεις στον οπλισμό και στα κτερίσματα τις κατατάσσουν σε τέσσερις κατηγορίες, οι πιο αξιοσημείωτοι τάφοι είναι:

Ο τάφος του πολεμιστή Τ 280 (χρονολογείται στα μέσα του 6ου αι. π. Χ.). Ο νεκρός έφερε ιδιότυπη χρυσή μάσκα με έκτυπη φυτική διακόσμηση και άνοιγμα για τη μύτη. Το εξαιρετικής τεχνικής χάλκινο κράνος και τα ενδύματά του διακοσμούσαν χρυσές ταινίες. Τρία ξίφη, λόγχες και μαχαιρίδια, καθώς και αργείτικη ασπίδα με χρυσές ταινίες στους δερμάτινους ιμάντες της ανάρτησής της συμπλήρωναν τον οπλισμό του.

Τον πολεμιστή Τ 279 συνόδευαν χρυσή μάσκα και κράνος διακοσμημένο με χρυσά ελάσματα και εγχάρακτους καθιστούς λέοντες. Στο εσωτερικό της ασπίδας του βρέθηκαν χρυσές ταινίες που προέρχονται από τους ιμάντες ανάρτησης. Στα τραπεζιόσχημα ελάσματα, που πλαισιώνουν το όχανο (την προεξοχή του εμπρός μέρους της ασπίδας), διατηρούνται ίχνη παράστασης άρματος. Ξεχωριστής τέχνης ήταν τα χάλκινα αγγεία συμποσίου στα πόδια του νεκρού.

Ενας ενεπίγραφος αττικός κάνθαρος των αρχών του 5ου αι. π.Χ. καθορίζει τη χρονολόγηση του τάφου του πολεμιστή Τ 383, όπου εκτός από τον οπλισμό, εντυπωσιακός είναι ο αριθμός χάλκινων αγγείων, των αγγείων από πηλό και φαγεντιανή, αλλά και των πήλινων πλαστικών και μη ειδωλίων.

Ο πολεμιστής του τάφου Τ 145, εκτός από τα όπλα (χάλκινο κράνος με χρυσές ταινίες, σιδερένιο ξίφος και λόγχες) και τα χρυσά κοσμήματα, ήταν κτερισμένος με χάλκινη ασπίδα (διαμ. 0,38 μ.).

Ο πολεμιστής του τάφου Τ 443 ήταν κτερισμένος με χάλκινο κράνος και ασπίδα τύπου «καρδιοφύλακος» και σιδερένιο ξίφος με χρυσή επένδυση στο μήλο της λαβής, λόγχες, μαχαίρι και τέσσερα μαχαιρίδια, χρυσά κοσμήματα, διπλή σιδερένια περόνη με χρυσό έλασμα στην κεφαλή, χρυσά ελάσματα στα υποδήματα και μεγάλος αριθμός αγγείων. Στον τάφο Τ 132 ξεχωρίζει και αττική μελανόμορφη κύλικα του 530/20 π. Χ., που φέρει και στις δύο όψεις της τον Θησέα ανάμεσα σε νέους και νέες να σκοτώνει τον Μινώταυρο.

Η γυναικεία φορεσιά της θανής ήταν πιθανότατα αντίστοιχη με αυτήν του γάμου. Την κεφαλή των γυναικών στολίζουν διαδήματα ή διαδηματικές ταινίες με ρόδακες. Επίσης έχουν ανευρεθεί χρυσές σύριγγες γύρω από το πρόσωπο. Σε δύο περιπτώσεις το πρόσωπο της νεκρής καλυπτόταν από χρυσή μάσκα. Σε άλλους γυναικείους τάφους η παρουσία ομοιώματος οφθαλμών ή οφθαλμών σε ελάσματα, εκτός από το χρυσό επιστόμιο, επιβεβαιώνει ότι αυτά υποκαθιστούσαν τις μάσκες.

Μοναδικά είναι τα ενώτια (σκουλαρίκια) σε σχήμα οστρέων. Στους ώμους των γυναικών βρέθηκαν χρυσοί ρόδακες, ένα ή περισσότερα ζεύγη περονών για να συγκρατούν τα ενδύματα, αλλά και περιδέραια ή αλυσίδες, που διακοσμούσαν το στήθος. Οι απλούστερες περόνες είναι οι σιδερένιες, οι οποίες είχαν περασμένες στο πάνω μέρος τους ψήφους από κεχριμπάρι, υπάρχουν όμως και πολλών τύπων χάλκινες. Οι πιο εντυπωσιακές είναι οι χρυσές περόνες, που φέρουν διπλή σφαιρική κεφαλή με κορύφωμα σε μορφή άνθους ή είναι επίχρυσες. Το στήθος των νεκρών γυναικών στολίζουν επίσης απλά περιδέραια με ψήφους από κεχριμπάρι, φαγεντιανή, γυαλί ή μεμονωμένα περίαπτα. Στις πλούσιες ταφές οι ψήφοι είναι χρυσές και ανάμεσά τους υπάρχει μεμονωμένο πυραμιδόσχημο περίαπτο. Στα κοσμήματα των γυναικείων τάφων συγκαταλέγονται επίσης χρυσά ή αργυρά δακτυλίδια και βραχιόλια με κεφαλές φιδιών στα άκρα. Εκτός από τα κοσμήματα, τα ενδύματα διακοσμούσαν χρυσοί ρόδακες, χρυσές ταινίες και άλλα χρυσά ελάσματα, με παραστάσεις σφίγγας ή ρόδακα. Μικροί ρόδακες που βρίσκονται στην περιοχή των ποδιών διακοσμούσαν τα υποδήματα.

Συντάκτης: Φωτεινή Αναστασοπούλου