ΝΕΟΛΙΘΙΚΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΣΤΡΙΟΥ ΘΑΣΟΥ | Θάσος | B. & Α. Αιγαίο | Golden Greece
ΝΕΟΛΙΘΙΚΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΣΤΡΙΟΥ ΘΑΣΟΥ | Θάσος | B. & Α. Αιγαίο | Golden Greece
ΝΕΟΛΙΘΙΚΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΣΤΡΙΟΥ ΘΑΣΟΥ | Θάσος | B. & Α. Αιγαίο | Golden Greece
ΝΕΟΛΙΘΙΚΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΣΤΡΙΟΥ ΘΑΣΟΥ | Θάσος | B. & Α. Αιγαίο | Golden Greece
ΝΕΟΛΙΘΙΚΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΣΤΡΙΟΥ ΘΑΣΟΥ | Θάσος | B. & Α. Αιγαίο | Golden Greece
ΝΕΟΛΙΘΙΚΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΣΤΡΙΟΥ ΘΑΣΟΥ | Θάσος | B. & Α. Αιγαίο | Golden Greece
ΝΕΟΛΙΘΙΚΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΣΤΡΙΟΥ ΘΑΣΟΥ | Θάσος | B. & Α. Αιγαίο | Golden Greece

Θάσος

ΝΕΟΛΙΘΙΚΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΣΤΡΙΟΥ ΘΑΣΟΥ

Η οχυρή κορυφή «Καστρί» κατοικήθηκε για πρώτη φορά στις αρχές της 5ης π.Χ .χιλιετίας και εμφανίζει συνέχεια κατοίκισης από την αρχαιότερη ως την ύστατη φάση της Νεώτερης Νεολιθικής Περιόδου Στα τέλη της Νεολιθικής Εποχής (τέλη της 5ης -αρχές της 4ης π.Χ. χιλιετίας) ο οικισμός εγκαταλείπεται .κατοικήθηκε και πάλι μερικούς αιώνες αργότερα στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού (1600-1050 π.Χ.), ενώ παρουσίασε ιδιαίτερη πληθυσμιακή άνθιση στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου (1050-700 π.Χ.).

Η εγκατάλειψη του οικισμού περί το 700 π. Χ. συμπίπτει με την άφιξη των Παρίων στο νησί της Θάσου στην περίοδο του Β ελληνικού αποικισμού. Στις αρχές του 7ου π.Χ. αι. Πάριοι άποικοι ιδρύουν στο βόρειο άκρο του νησιού την πρώτη στο Βόρειο Αιγαίο αποικία τους, τη Θάσο που πήρε το όνομα της από τον οικιστή Θάσο και εξελίχθηκε σε ισχυρή πόλη-κράτος στο Βόρειο Αιγαίο.

Οι ανασκαφικές έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί στην κορυφή του λόφου Καστρί έχουν εντοπίσει νεολιθικό οικισμό με οργανωμένη δόμηση και συγκροτημένη κοινωνική οργάνωση, όπως τεκμηριώνεται από την εμφάνιση λιθόκτιστων οικιών και λιθόκτιστου περιβόλου. Η χρήση της λιθοδομής, χαρακτηριστικό στοιχείο της αιγαιακής αρχιτεκτονικής, η οποία φαίνεται ότι επικρατεί στον νεολιθικό οικισμό στο Καστρί, τουλάχιστο στη βάση των τοίχων των κτιρίων του, διαφοροποιεί την αρχιτεκτονική της Νεολιθικής Θάσου από την πασσαλόπηκτη αρχιτεκτονική των ξυλόκτιστων κτισμάτων που επικρατεί στους νεολιθικούς οικισμούς της Μακεδονίας και της Θράκης. Ωστόσο τα αγγεία, τα εργαλεία, τα ειδώλια,τα αντικείμενα κύρους και συμβολισμού που βρέθηκαν στον νεολιθικό οικισμό της θέσης «Καστρί, όπως και στον πρωιμότερο οικισμό των Λιμεναρίων αντικατοπτρίζουν την πολιτιστική παράδοση και της απέναντι στεριάς, με την οποία παρέμεινε άρρηκτα δεμένη η Θάσος σ' όλες τις περιόδους της προϊστορίας και της ιστορίας της.

Με το τέλος της Νεολιθικής Εποχής η κατοίκιση στον οικισμό της θέσης «Καστρί» διακόπτεται. Δεν υπάρχουν ενδείξεις για την κατοίκηση της θέσης κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού. Οι αρχαιολογικές έρευνες έδειξαν ότι στην περίοδο αυτή (4η και 3ηπ.Χ.χιλιετία ) νέοι οικισμοί ιδρύονται τα παράλια του νησιού.

Κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού ( β΄μισό της 2ης π.Χ .χιλιετίας ) οι αρχαιολογικές έρευνες στη Θάσο εντοπίζουν μετακίνηση του πληθυσμού από τα παράλια στην ενδοχώρα ..Η κίνηση αυτή προς τις ορεινές θέσεις στο εσωτερικό του νησιού ολοκληρώνεται στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου (1050-700 π.Χ. Οι οχυρωμένες ακροπόλεις μαρτυρούν την αναζήτηση ασφάλειας στις ορεινές περιοχές ,που προσφερόταν άλλωστε όχι μόνο για κτηνοτροφική δραστηριότητα αλλά και για την εκμετάλλευση των μεταλλοφόρων κοιτασμάτων του εσωτερικού του νησιού.

Η επανακατοίκηση της οχυρής θέσης « Καστρί.» στα μέσα της 2ης π.Χ. χιλιετίας . αποτελεί αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της μετακίνησης του πληθυσμού από τα παράλια στην ενδοχώρα. Στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού και ιδιαίτερα στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου ο οικισμός εξελίσσεται στο ισχυρότερο οικιστικό κέντρο του νησιού. Την πληθυσμιακή άνθιση του μαρτυρούν οι εκτεταμένες νεκροπόλεις του. καθώς και οι μικροί οικισμοί που βρίσκονταν γύρω του . Οι ανασκαφικές έρευνες στην επίπεδη κορυφή του οχυρού λόφου έχουν φέρει στο φως μικρό μέρος από τα κτιριακά κατάλοιπα του οικισμού της Ύστερης Εποχής Χαλκού και της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου. Τα ξύλινα πασσαλόπηκτα κτίσματα της πρώιμης φάσης της Ύστερης Εποχής του Χαλκού τα διαδέχονται κτίρια με λιθόκτιστους στη βάση τους τοίχους που χρονολογούνται στα τέλη της Ύστερης Εποχής του Χαλκού και στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου.

Λιθόκτιστα είναι και τα ταφικά κτίσματα. που οι ανασκαφές αποκάλυψαν στα διάσπαρτα γύρω από τον οικισμό νεκροταφεία στις θέσεις «Κεντριά» «Τσιγανάδικα» « Βρυσούδες» και «Λαρνάκ騻 Στο μεγαλύτερο ποσοστό τους τα ταφικά κτίσματα περιείχαν ταφές -ενταφιασμούς. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον εμφανίζει ωστόσο και η σποραδική εμφάνιση και ταφών - καύσεων που χρονολογούνται στην ΄Υστερη Εποχή του Χαλκού.

Τρεις είναι οι τύποι των ταφικών κτισμάτων:

Ι. Ταφικά κτίσματα στα οποία εναποθέτονταν ταφές- καύσεις. Πρόκειται για λιθόκτιστες εξέδρες, πάνω στις οποίες τοποθετούνταν τα τεφροδόχα αγγεία με τα καμένα οστά των νεκρών που καλύπτονταν εν συνεχεία με παχύ στρώμα λίθων.

ΙΙ :Μονόχωρος ταφικός θάλαμος με κυκλική ή ορθογώνια κάτοψη και λιθόκτιστα τοιχώματα τα οποία μειώνονταν εκφορικά προς τα άνω για να καταστεί δυνατή η κάλυψη τους με μία ή δύο μεγάλες σχιστόπλακες. Οι μεγάλοι αυτοί τάφοι περιείχαν μεγάλο αριθμό ταφών ενώ οι ενταφιασμοί ήταν διαταραγμένοι από τις επάλληλες ταφές. Σε ορισμένους διακρίνονταν η τελευταία ταφή.

ΙΙΙ: Νεώτερη εξέλιξη του ευρύχωρου μονόχωρου ταφικού θαλάμου ήταν οι στενότεροι ορθογώνιοι τάφοι με προθάλαμο η χωρίς προθάλαμο, οι οποίοι είχαν επίσης λιθόκτιστα μειούμενα προς τα άνω πλευρικά τοιχώματα και καλύπτονταν από μεγάλη σχιστόπλακα. Στο εσωτερικό των τάφων αυτού του τύπου ο αριθμός των νεκρών ήταν μικρότερος και συχνά περιοριζόταν σε μια ανδρική και μια γυναικεία ταφή. Το φύλο των νεκρών προσδιορίστηκε από την ανθρωπολογική μελέτη , αλλά και από το είδος των κτερισμάτων τους.: Οι άνδρες συνοδεύονταν από μαχαίρι -χάλκινο στις αρχαιότερες ταφές και σιδερένιο στις νεώτερες- και οι γυναίκες πήλινο σφονδύλι. Τα παιδιά ενταφιάζονταν είτε στο εσωτερικό των τάφων είτε έξω από τους τάφους σε πιθάρια που τοποθετούνταν σε κτιστές θήκες. Στους προθάλαμους των τάφων βρέθηκαν μεγάλα αποθηκευτικά αγγεία, που προοριζόταν πιθανότατα για ταφικές τελετουργίες .Έξω από τα ταφικά κτίσματα ήρθαν στο φως θραύσματα αγγείων και ειδωλίων, καθώς και λείψανα οστών ζώων που προφανώς αποτελούν κατάλοιπα των τελούμενων για τους νεκρούς τελετουργικών νεκρόδειπνων. Οι συστάδες των κτιστών οικογενειακών τάφων με τις πολλαπλές ταφές στο εσωτερικό τους αντικατοπτρίζουν την κατά γένη οργάνωση μιας κοινωνίας γεωργών και κτηνοτρόφων οι οποίοι είχαν προχωρήσει στην εξόρυξη των τοπικών κοιτασμάτων χαλκού, μόλυβδου, χρυσού και σιδήρου ενώ είχαν παράλληλα αναπτύξει και τοπική μεταλλοτεχνία.

Από την παρουσία των πασσαλόπηκτων κτισμάτων, όπως και από την τεχνολογία, τα σχήματα και τη διακόσμηση των αγγείων, βεβαιώνεται η ένταξη του οικισμού «Καστρί» στην πολιτιστική κοινή που έχει διαμορφωθεί στην ανατολικά του Αξιού Μακεδονία και στην Αιγαιακή Θράκη.

Αν και τα ομηρικά έπη δεν αναφέρουν τη Θάσο, τα αρχαιολογικά ευρήματα μαρτυρούν ότι το νησί δεν ήταν αποκομμένο από τον κόσμο του Αιγαίου. Στα τέλη της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στον οικισμό «Καστρί» εμφανίζονται μυκηναϊκά αγγεία περιφερειακών ως επί το πλείστον εργαστηρίων, των οποίων οι τοπικές χειροποίητες μιμήσεις επιβιώνουν και στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου. Με τα πλοία του μυκηναϊκού κόσμου φθάνουν στο "Καστρί" και αντικείμενα που προέρχονται από τον βόρειο ευρωπαϊκό χώρο, όπως χάνδρες από ήλεκτρο που προέρχεται από τη Βόρεια Ευρώπη και από υαλόμαζα, η τεχνική κατασκευής των οποίων παραπέμπει σε γνωστή από τη Βόρεια Ιταλία τεχνολογία παραγωγής υαλόμαζας.

Στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου τα τοπικά χειροποίητα αγγεία εμφανίζουν σχήματα που θυμίζουν τα τροχήλατα αγγεία του νοτιοελλαδικού πρωτογεωμετρικού ρυθμού, ενώ εμφανίζονται με μεγάλη συχνότητα χάλκινες πόρπες που κυκλοφορούν στον Αιγαιακό κόσμο. Στην κορυφή του λόφου στο νοτιοανατολικό άκρο της κορυφής βρίσκονται δείγματα θρησκευτικού συμβολισμού και τελετουργιών του προϊστορικού οικισμού. Πρόκειται για μικρές λαξευμένες κοιλότητες πάνω σε επίπεδο βράχο με χαρακτά φίδια ανάμεσα τους. Εκεί μάλλον βρισκόταν υπαίθριο ιερό της Ύστερης Εποχής Χαλκού-Πρώιμης Εποχής Σιδήρου που θυμίζει ανάλογα υπαίθρια ιερά της Αιγαιακής Θράκης.

Συντάκτης: Φωτεινή Αναστασοπούλου